Μία μικρή έρευνα για τα αποκριάτικα έθιμα της Άρτας. Για όποιον ενδιαφέρεται να μάθει κάτι περισσότερο.
Στην παράδοση της πόλης μας υπάρχει πλήθος από έθιμα και λαϊκά δρώμενα ειδικά τον καιρό της Αποκριάς και θα επιχειρήσω να ρίξω φως τους συμβολισμούς τους περισσότερο, παρά να τα καταγράψω κι εγώ για άλλη μια φορά.
Ο όρος “δρώμενα” αποδίδει την πράξη, που επαναλαμβάνεται σε τυποποιημένη μορφή ή ανήκει σε μια καθορισμένη εθιμοτυπία μαγικού ή θρησκευτικού περιεχομένου με τη μορφή παράστασης που έχει τραγικό ή κωμικό χαρακτήρα.
Παριστάνονται στην αρχή μιας νέας εποχικής περιόδου και αποσκοπούν στον εξευμενισμό των εξωανθρώπινων δυνάμεων που επηρεάζουν την καρποφορία της γης. Αποτελούν μια έκφανση δράματος σε εμβρυακή μορφή, κι εδώ ο θεσμός τους συναντά το θέατρο. Η έννοια της θεατρικότητας υπάρχει σε πολλά επίπεδα. Αρχικά στην χρήση της προσωπίδας, αλλά και στο παιχνίδι το αποκριάτικο, στους ρόλους και στους αυτοσχεδιασμούς, που λάμβαναν χώρα στους δρόμους και στις πλατείες, και τέλος στα θεατρικά αποσπάσματα από έργα γνωστά που μεταφέρονταν στο κοινό, στο δημόσιο χώρο.
Μάσκες και Μεταμφιέσεις- Bauta
“Κάτσε φρόνιμα, γιατί θα ‘ρθει η μπαούτα να σε πάρει…” ήταν στην Άρτα η συνηθισμένη απειλή των ενηλίκων προς τα ανυπάκουα παιδιά. Έκφραση που απαντάται στην πόλη από την εποχή των Τόκων, όταν ο Κάρολος ο Α΄ στις αρχές του 15ου αιώνα μετέφερε στην πόλη τα έθιμα του βενετσιάνικου καρναβαλιού. Διατηρήθηκε δε επί έξι αιώνες, φθάνοντας έως τις μέρες μας ως λανθάνουσα ανάμνηση της
χαρακτηριστικής στολής.
Κι είναι σωστότερο να μιλάμε για τη bauta ως ενδυμασία, παρόλο που οι περισσότεροι θεωρούν ότι bauta είναι μόνο η μάσκα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα πλήρες κοστούμι που περιλάμβανε την κάπα, το μαύρο τρίκωχο καπέλο και τη μονόχρωμη λευκή ή μαύρη ανθρωπόμορφη προσωπίδα, εξέλιξη του volto ή larva (ρωμαϊκό μυθολογικό πνεύμα των νεκρών). Η ενδυμασία αυτή που σημειωτέον, επί πολλές δεκαετίες, μπορούσε να φορεθεί στη Βενετία όχι μόνο στο καρναβάλι αλλά και κατά τη διάρκεια όλου του έτους από άνδρες και γυναίκες όλων των ηλικιών, από ευγενείς, αστούς ή και τον απλό λαό, λειτουργούσε ως μέσο κατάργησης των κοινωνικών διαφορών, αφού κάτω από τη μάσκα και τη ριχτή φαρδιά κάπα μπορούσε εύκολα κάποιος να διατηρήσει την απόλυτη ανωνυμία. Κατά καιρούς η bauta εξασφάλιζε τη μυστικότητα της ψήφου στη Γαληνοτάτη δημοκρατία, χρησιμοποιήθηκε όμως και σε πολιτικές δολοφονίες.
Στην Άρτα η bauta συνάντησε αρχέγονα έθιμα, μνήμες βακχικών τελετουργιών. Όλοι οι Αρτινοί, πλούσιοι και φτωχοί, “τζάκια”, αστοί, μικροαστοί κι εργάτες, μπορούσαν για μερικές μέρες το χρόνο να γίνουν “μπαούτες”, να γλεντούν ελεύθερα, χαμένοι στην ανωνυμία του πλήθους, πίσω από αυτοσχέδιες μεταμφιέσεις. Μέσα από την επιτηδευμένη ασχήμια και την ευωχία της μασκαράτας συνομολογούσαν σιωπηρά το εφήμερο της ομορφιάς και την κοινή για όλους τους ανθρώπους μοίρα, τον αέναο κύκλο της ζωής, από τον χειμώνα στην άνοιξη, από τη χαρά στη λύπη, από τη ζωή στο θάνατο. Σαν ένα ατέρμονο γαϊτανάκι.
Οι μεταμφιεσμένοι πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι για να κάνουν πειράματα και να πουν ευχές, να πάρουν κεράσματα.
Έξω στις πλατείες εμφανίζονταν εκείνες τις μέρες η αρκούδα και η γκαμήλα που λειτουργούσαν ως σύμβολα του ξεχασμένου δεσμού του ανθρώπου με τη φύση.
Η αρκούδα συμβόλιζε την αντοχή στα μεγάλα και τραγικά της ζωής, αλλά και την πίστη στη θεραπευτική δύναμη και τη γονιμότητα.
Η γκαμήλα την αντοχή στις καμπές του βίου και η δύναμη να υπερπηδά κανείς τα εμπόδια που φέρνει η ζωή.

Υπηρχαν χαρακτηριστικοί τύποι μεμονωμένων μασκαράδων στην Άρτα προπολεμικά, όπως ήταν ο Ηλίας Γκρας ( το γκρας ήταν παρατσούκλι επειδή ήταν καλός στον στόχο και αλάθητος σαν όπλο Γκρα). Φορούσε γαρύφαλλο στο πέτο, ημίψηλο καπέλο και ανέβαινε στις καρέκλες των καφενείων και διασκέδαζε τους θαμώνες με αυτοσχεδιασμούς.
Ο μπάρμπα Αντώνης ο Ράγκας, άλλος ένας τύπος, φορούσε ανάποδα το σακάκι του, καρφίτσωνε χρωματιστές κορδέλες στα ρούχα του και κρατούσε μπαστούνι για να διώχνει τα παιδιά που τον έπαιρναν από πίσω και τον πείραζαν. Έμπαινε στα καφενεία και έδινε ευχές, τον κερνούσαν και τον ήξεραν όλοι.
Ο Πιέρος, ο Γιάννης Μπουροβίλης όπως ήταν το όνομά του, ήταν ένας γραφικός τύπος που ήταν πάντα μπροστά σ’ όλες τις διαδηλώσεις, πανηγύρια, εθνικές γιορτές, το ίδιο και στις Απόκριες. Σ’ οποιαδήποτε συγκέντρωση μπροστά απ’ τη μουσική, κρατούσε μια μεγάλη σημαία, ντυμένος με μαύρο ρεγέ παντελόνι, άσπρο σκληρό πουκάμισο, βελάδα, σκληρό καπέλο και γραβάτα δεμένη φιόγγο ριχτό.
Έχει 12 κορδέλες που συμβολίζουν τους 12 μήνες. Είναι δεμένες από έναν στύλο που τον κρατά ένας χειροδύναμος άνδρας και οι υπόλοιποι με χορευτικές κινήσεις πλέκουν μέσα- έξω τις κορδέλες γύρω από τον στύλο. Ύστερα μόλις φτάσουν στη μέση, ξεπλέκουν. Συμβολίζει τον κύκλο της ζωής και του θανάτου. Πλεκόταν στις πλατείες, στους δρόμους και στις γειτονιές. Οι νοικοκυρές έδιναν για φιλεματα μαύρες σταφίδες, φουντούκια, σύκα ( η Άρτα είχε πλήθος από συκοτόπια κάποτε).

Τα πρώτα καταγράφονται το 1906, σταματούν την δεκαετία του ’10 κι αρχίζουν το ’20 έως το 1940. Οι παραστάσεις που ετοίμαζαν τα κομιτάτα ήταν επηρεασμένες από την μυθολογία, την ιστορία, την πολιτική ή και την απλή καθημερινότητα και παρουσιάζονταν με σατιρικό ύφος. Θέματα όπως ο Αχιλλέας και ο Πάτροκλος, ο Αη Γιώργης και ο καταραμένος όφις, ο Κατσαντώνης αλυσοδεμένος, η Ελλάδα κουτσουρεμένη από τον ατυχή πόλεμο, του 1897, στήριζαν το εθνικό φρόνημα. Άλλοτε η παράσταση αφορούσε την σάτιρα γύρω από τη ζωή της οικογένειας και τις σχέσεις των συγγενών, άντρας που βύζαινε μωρό ( και το μωρό ήταν άντρας μασκαρεμένος) ήταν εξίσου προσφιλή θέματα, που παρουσιάζονταν μπροστά στο κοινό και βραβεύονταν από 3μελη επιτροπή. Η σάτιρα ήταν αιχμηρή, τα τραγούδια και τα πειράγματα σκωπτικά και αθυρόστομα.
Ένα από τα λαϊκά δρώμενα το οργάνωναν οι Μπαντίδοι. Η λέξη bandito στα λατινικά σημαίνει ληστής και ενδεχομένως η ονομασία των ομάδων αυτών να έλκει από εκεί την προέλευσή της μιας και μάλλον ήταν λαϊκοί τύποι που ανήκαν σε χαμηλά κοινωνικά στρώματα.
Σ’ αυτά τα λαϊκά δρώμενα των Μπαντίδων δεν φαίνεται να συμμετείχαν τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα αφού δείχνουν να έχουν απομακρυνθεί από αυτές τις λαϊκές γιορτές.
Η εθιμογραφική αναπαράσταση του Κριμαϊκού πολέμου που διατηρήθηκε μέχρι και προπολεμικά, βρήκε έκφραση σε δρώμενο της Αποκριάς. Η ήττα των Ρώσων από τους Αγγλογάλλους σατιρίστηκε με το εξής δρώμενο:
Η κυρά Βαρζέλαινα που ήταν η γυναίκα του Ρώσου υποπροξένου στην Άρτα, υποτίθεται ότι έδινε σε εναν μασκαρεμένο άνδρα, ένα είδος φουρώ που το έλεγε “μαλακό” και ένα είδος κορσέ σφιχτού, που το ονόμασε”μετζικό” και ήταν στοιχεία της γυναικείας ενδυμασίας. Τα έδινε αυτά στον Παπούλια, ως ανάμνηση ερωτικής σχέσης. Αυτός ήταν εκφραστικός τύπος κωμικός, εύθυμος και γλεντζές.
Ξεκινούσε λοιπόν αυτός μασκαρεμένος από την πλατεία Κακαβά σήμερα, για το Μονοπλιό και τραγουδούσε πειράζοντας τους ανθρώπους που συναντούσε στο δρόμο.
Από το Μονοπλιό όμως ξεκινούσε και μια άλλη παρέα μασκαρεμένη, οι Μπαντίδες.
Στη μέση της διαδρομής έβρισκαν τον τύπο αυτό και μετά από μικρή μάχη μαζί του, τού αφαιρούσαν τα πολύτιμα αποκτήματα.
Του έβγαζαν το μαλακό και το μετζικό και τα πήγαιναν ως τρόπαια στο Μονοπλιό τραγουδώντας το παρακάτω δίστιχο:
πάει το Μαλακό σ’ Παπούλια μ’
πάει το Μεντζικό σ’,
το πήραν οι Μπαντίδη Παπούλια μ’
το πάν στο Μονοπλιό
Λάι λάι λάι Παπούλια μ’ λάι
Το μαλακό παρέπεμπε στο Μαλακώφ που ήταν ρωσικό οχυρό και το μετζικό, του δρώμενου, αφορούσε τον Μεντζικώφ που ήταν ο Ρώσος πρίγκιπας που υπεράσπιζε το οχυρό, αλλά το έχασε.
Τα ιστορικά γεγονότα στα οποία αναφέρεται το δρώμενο, αφορούσαν την ήττα της Ρωσίας στον Κριμαϊκό πόλεμο το 1856 από τους Αγγλογάλλους. Ο αρνητικός της αντίκτυπος φαίνεται, πέρασε στη χώρα μας και επηρέασε μεν πολιτικά με τη συρρίκνωση του ρωσικού κόμματος που μέχρι τότε είχε ισχυρή παρουσία στη χώρα, αλλά με την ήττα έχασε το γόητρό της, αλλά και κοινωνικά δε αφού πέρασε στη λαϊκή συνείδηση όλο αυτό, όπως διακρίνουμε από το σατιρικό δρώμενο, που παρουσιαζόταν τις Απόκριες.
Θεατρικά δρώμενα επηρεασμένα από πολιτικά γεγονότα εμφανίζονταν όπως ήδη είδαμε, συχνά στις Απόκριες. Ένα συχνό στα προπολεμικά χρόνια ήταν οι 7 Δυνάμεις. Ελλάδα, Τουρκία, Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία.

Το Καρναβάλι Γυναικών Άρτας
Το 1982 μία ομάδα γυναικών αποφάσισε να ντυθεί αποκριάτικα και να περάσει στη Σκουφά. Από τη χρονιά εκείνη χρόνο με τον χρόνο η παρέα των γυναικών μεγάλωνε και προστίθονταν άρματα και αυτοσχεδιασμοί. Η αρχική ομάδα κράτησε για καιρό τη σάτιρα της πολιτικής επικαιρότητας, την οποία απέδιδε με καυστικό χιούμορ. Αν και η Άρτα είχε καρναβάλι, το Καρναβάλι των γυναικών σάρωσε εκείνο του Δήμου. Για κάποιο διάστημα γινόταν παράλληλα, απλά άλλη μέρα. Επικράτησε όμως γιατί αγκαλιάστηκε και ανοίχτηκε.
Δέχτηκε και αντρικές συμμετοχές και εξελίχθηκε σε θεσμό. Κατ’ ουσίαν γύρω από αυτό συνδέονται πολλες από τις εκδηλώσεις της Αποκριάς στην πόλη.
Η άτυπη επιτροπή του Καρναβαλιού απέκτησε στέκι, πρόσθεσε δράσεις ( Πατινάδα, Πυρομάδα, Πάρτι στον δρόμο) και έδωσε στην πόλη τον αστικό χαρακτήρα στο Καρναβάλι της.
Οι στολές είναι πια πιο επαγγελματικές, παραγγέλνονται χωρίς όμως να λείπουν και οι αυτοσχέδιες στολές.
Η Άρτα έχει διαχρονική επαφή με το πνεύμα της Αποκριάς.
Η παράδοση της πόλης είναι συνυφασμένη με τις Απόκριες και αυτό πρέπει να το ξέρουν όσοι αναζητούν την ταυτότητά της.